Λαϊκό τραγούδι/παραδοσιακό τραγούδι ονομάζεται εκείνο το τραγούδι των Ελλήνων, σε ελληνική γλώσσα, που είναι εναρμονισμένο στο ύφος της ελληνικής αστικής λαϊκής μουσικής, τόσο από την αρχαιότητα, όσο και μεταγενέστερα, μετά το τέλος της δεκαετίας του 1950, όταν μια νέα γενιά μουσικών αναπτύχθηκε από το ρεμπέτικο τραγούδι, στη λαϊκή μουσική της εποχής.

Με τον όρο “λαϊκό τραγούδι”, δεν προσδιορίζουμε την απήχησή του στις λαϊκές μάζες, αλλά το είδος που γεννιέται, που δεν οφείλεται στις μουσικές θεωρητικές γνώσεις του δημιουργού. Κανονικά υπάρχει η θεωρητική και η τεχνική εκπαίδευση και κατάρτιση για να κατακτηθεί σαν γνώση. Το λαϊκό τραγούδι όμως δεν υπάγεται σ΄αυτή τη δημιουγία. Οι δημιουργοί του κατέχουν εμπειρικά τη μουσική γνώση και όχι θεωρητικά. Σ΄αυτή την κατηγορία υπάγεται και το δημοτικό τραγούδι και το ρεμπέτικο και το “λαϊκό”, όπως χαρακτηρίζεται η μετεξέλιξη και συνέχεια του ρεμπέτικου.

Η ονομασία “ρεμπέτικο” προέρχεται από τη λέξη “ρεμπέτ”, που πιθανόν προέρχεται απο το έδαφος της Σερβίας. Ρεμπέτ σημαίνει ο ατίθασος, ο ανυπότακτος στην κοινωνική αναγκαιότητα της ανθρώπινης συμβίωσης.
Εμφανίζεται και ως όρος “ρέμπελος”. Αυτή είναι μια λέξη με ιταλικές ρίζες και σημαίνει αυτόν που ανήκει σε ένοπλο αντάρτικο σώμα. “Ρεμπελιά”, στη δική μας ελληνική παράδοση, σημαίνει “επανάσταση”.

Το λαϊκό τραγούδι εμφανίστηκε μαζί με την ανάπτυξη των πρώτων αστικών κέντρων. Ξεκινάει απο τα βυζαντινά χρόνια στη περίοδο της Τουρκοκρατίας όπου και εμφανίστηκε επίσημα ως ομοιογενές ρεύμα. Έτσι εκείνη την περίοδο με τη διαμόρφωση των αστικών κέντρων και το νέο τρόπο ζωής δημιουργούνται και νέες ανάγκες για τη θεματολογία του στίχου και το συναίσθημα της μουσικής.

Επί ενάμιση αιώνα μαζί με το λαϊκό τραγούδι αναπτύχθηκαν και διάφορα μουσικά όργανα όπως τα σάζια, το βιολί, το ούτι…Ταυτόχρονα αλληλεπιδρά με διάφορα εθνικά μουσικά είδη.

Η άνθιση όμως της λαϊκής μουσικής έρχεται τον 17ο αιώνα στην περιοχή της Σμύρνης.

Πιο συγκεκριμένα στα όρη της Ελλάδας και της Ιωνίας ζουν μέσα στα αστικά κέντρα οι μάγκες, τυπικά νομιμόφρωνες άνθρωποι με απλά επαγγέλματα (π.χ. τεχνίτες), όπου λαθροεμπορεύονται έχοντας πάντα μαζί τους πέρα από τα χαρακτηριστικά τους όπλα και έναν προσωπικό μουσικό! Αυτός είχε το τίτλο “ρεμπέτης”(από το ρέμβομαι = ατενίζω) και ήταν υπεύθυνος στο να υμνεί τη φήμη του εκάστοτε αρχηγού του. Στα μέρη συνάθροισής τους ξεκίνησαν να γράφονται τα πρώτα ρεμπέτικα τραγούδια και γεννιούνται νέα όργανα όπως το χαρακτηριστικό μπουζούκι, ο τζούρας αλλά και ο μπαγλαμάς.

Έπειτα έρχεται η μικρασιατική καταστροφή, την ευθύνη της οποίας έχει η ξενόδουλη αστική τάξη της Ελλάδας και οι Αγγλογάλλοι σύμμαχοί της οξύνοντας τα προβλήματα των λαϊκών στρωμάτων. Η αστική τάξη της Ελλάδας μεταφέρει τις συνέπειες από την κρίση, πάνω σ’ ένα λαό που παλεύει να επιβιώσει αλλά και των προσφύγων που χωρίς τη θέλησή τους, θα έπρεπε τώρα να ζουν στη φτώχεια. Μαζί με τους πρόσφυγες ήρθε και πολιτισμός τους αλλά και τα τραγούδια τους.

Σμύρνη,-η-προκυμαία-αρχές-τ

Έτσι το ρεμπέτικο τραγούδι γίνεται μαζικό φαινόμενο με βασικό κυρίαρχο στο πλάι του το μπουζούκι, το οποίο είχε κιόλας ξεκινήσει να κερδίζει τη συμπάθεια του λαού με μεγάλη επιτύχια. Αυτό διακρίνεται άλλωστε και απο την πρώτη ηχογράφηση που είχε γίνει, όπου αποτέλεσε τεράστια εμπορική επιτυχία! Σταδιακά παρατηρούμε ότι οι ρεμπέτες ξεκινούν και εμφανίζονται στις ταβέρνες πλέον ως πλανόδιοι μουσικοί. Και πιο συγκεκριμένα, στις αρχές του ΄30 ο Μάρκος Βαμβακάρης ιδρύει την πρώτη ορχήστρα με μπουζούκια!

Markos_Vamvakaris

Με τον καιρό και τα χρόνια μεταλλάχθηκε απο μουσική του περιθωρίου σε λαϊκή μουσική, γι’ αυτό και οι μουσικοί ξεκίνησαν να εμφανίζονται στις ταβέρνες και να ηχογραφούν ολοένα και περισσότερο. Το ρεμπέτικο, ιστορικά μεταβιβάζεται από το στάδιο της ανώνυμης δημιουργίας στην επώνυμη. Έχουμε τη λιτή έκφραση (ένα ως τρία όργανα και φωνή) αλλά και την πιο σύνθετη (με ορχήστρα πολλών λαϊκών οργάνων, αξιοποίηση οργάνων έντεχνης μουσικής και πολλές φωνές, δύο, τρεις και παραπάνω).

Γεννιούνται μεγάλοι καλλιτέχνες και δημιουργοί με αρχηγό τον μοναδικό Τσιτσάνη ο οποίος έδωσε και δίνει ακόμα τροφή για δημιουργία. Ξεκινάει και έχει έντονα ανατολικά στοιχεία καθώς οι ορχήστες πλέον έχουν μέσα βιολί και αρκοντεόν. Ακόμη, παρατηρούμε ότι το οχτάχορδο μπουζούκι κερδίζει έδαφος.

tsitsanis1

Στη δεκατία του ΄50 συναντάμε τον μεγάλο Καζαντζίδη, τον Διονυσίου, τον Γαβαλά, τη Λίντα, τον Πάνου, τον Χιώτη αλλά και πάρα πολλούς ακόμα οι οποίοι σημάδεψαν το λαϊκό τραγούδι και μίλησαν στις καρδιές των ανθρώπων με τον δικό τους υπέροχο τρόπο.

Τέλος λαϊκό τραγούδι σημαίνει ζωή. Δηλαδή η περιγραφή της ζωής της λαϊκής μάζας, έχοντας ως κύρια θεματολογία του τον έρωτα, τη φτωχολογιά, την άρνηση της κοινωνικής αδικίας, τα δικαιώματα της εργατικής τάξης, τους αγώνες των αθρώπων για ένα καλύτερο αύριο…

Share